Τρίτη, 8 Μαΐου 2012


Μοιάζει της μάνας η ευχή  
 
Μοιάζει της μάνας η ευχή
Σαν μαγικό βοτάνι,
Μοιάζει σαν τιμιόξυλο
Που σφαίρα δεν το πιάνει.

Μοιάζει της μάνας η ευχή
Σαν των πιστών τη προσευχή,

Με την ευχή της γίνεται
Ο πόλεμος ειρήνη,
Μες στις φουρτούνες της ζωής
Σου φέρνει τη γαλήνη

Μοιάζει της μάνας η ευχή
Σαν των πιστών η προσευχή

Πάρε της μάνας την ευχή
Ποτά να μην πεθάνεις,
Χρυσάφι να σου γίνεται
Το χώμα σαν θα πιάνεις.

Μοιάζει της μάνας η ευχή
Σαν των πιστών η προσευχή



                       2  Λαικά παραμύθια, για τη δύναμη που έχει της μάνας η ευχή.


                    Η ΕΥΧΗ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ
Μια φορά κι έναν καιρό ζούσαν σ'ένα φτωχικό σπιτάκι η κυρά-Θάλεια με τις δύο της κόρες. Η πιο μεγάλη που την έλεγαν Καλλιόπη έκανε τις δουλειές στο σπιτάκι και η πιο μικρή η Αρετή φρόντιζε τα ζώα και τον κήπο. Οι δύο αδελφές ήταν αγαπημένες και η καλή τους μητέρα πάντα προσευχόταν για τη χρυσή τύχη των κοριτσιών. Όλοι στο χωριό έλεγαν πως η κυρά Θάλεια είχε μεταδώσει στις κόρες της, τις αρετές της. Όσο μεγάλωναν ομόρφαιναν και τα παλικάρια μάλωναν για το ποιος θα έπαιρνε για γυναίκα του τη μια ή την άλλη.
Εκείνο το καλοκαίρι έφτανε στο τέλος του και ο χειμώνας, όπως ήξεραν όλοι στο χωριό θα ήταν βαρύς με παγοκρύσταλλα, κρύα και βροχές, αλλά στο φτωχικό σπιτάκι της κυρά-Θάλειας όλα ήταν ζεστά αφού η αγάπη τους θα άπλωνε παντού το πέπλο της ευτυχίας. Ένα βράδυ λοιπόν που έξω λυσσομανούσε ο βοριάς και το χιόνι έπεφτε βαρύ, ακούστηκαν κτυπήματα στην πόρτα.
«Μπα...», είπαν οι δυο αδελφούλες. «ποιος να είναι τέτοια ώρα μέσα στην άγρια νύχτα;»
άνοιξαν την πόρτα φοβισμένες και μπροστά τους αντίκρισαν ένα παλικάρι ταλαιπωρημένο και ματωμένο στο πρόσωπο.
Αμέσως τον πέρασαν μέσα στο σπιτάκι και του έδωσαν στεγνά ρούχα και το είπαν να καθίσει στη φωτιά του τζακιού να ζεσταθεί. Εκείνος παραπατώντας έκανε όπως του είπαν. Δίπλα του κάθισαν η κυρά-Θάλεια με τις κόρες της και άρχισαν να τον ρωτούν ποιος είναι και από πού έρχεται.
Συνέβη όμως κάτι περίεργο.
Το παλικάρι τις κοίταζε με τα εκφραστικά του μάτια, αλλά δεν μιλούσε, παρά έκανε νοήματα με τα χέρια του. Βλέποντας όμως ότι δεν καταλάβαιναν πήρε χαρτί και μολύβι και έγραψε:
«Είμαι ο γιος του πρίγκιπα της γαλάζιας πολιτείας και ο νάνος του δάσους με τη μακριά γενειάδα μου πήρε τη φωνή, διότι μαλώσαμε για το ποιος από τους δυο θα παντρευόταν την όμορφη χρυσαυγή. Φυσικά εκείνη προτίμησε εμένα από εκείνον και από τότε μένω άλαλος. Ψάχνω να βρω το νερό της ζωής. Μόλις το πιω θα ξαναβρώ την μιλιά μου. Μήπως ξέρετε που θα το βρω;».
Οι δύο αδελφούλες κοιτάχτηκαν, χαμογέλασαν στον πρίγκιπα και έγνεψαν να τις ακολουθήσει. Προχώρησαν βαθιά στο δάσος, κρατώντας ένα κασμά. Σαν έφτασαν στο ξέφωτο με τις καστανιές έδωσαν τον κασμά στον πρίγκιπα λέγοντας του να σκάψει βαθιά. Πράγματι σε λίγο από την μεγάλη λακκούβα άρχισε να αναβλύζει το νερό της ζωής. Πιες! Φώναξαν και οι δύο αδελφούλες μαζί. Ω! τι χαρά!
Ο Πρίγκιπας ξαναβρήκε την μιλιά του, γύρισαν ευτυχισμένοι στο σπιτάκι όπου τους περίμενε η κυρά-Θάλεια, κάθισαν στο τραπέζι να φάνε και στο τέλος ξεπροβόδισαν τον πρίγκιπα, οποίος με τη σειρά του για να ανταποδώσει το καλό που του έκαναν χάρισε την κάθε κόρη από ένα δαχτυλίδι. Της αποχαιρέτησε κι έφυγε.
Οι μέρες κυλούσαν πότε ευχάριστα και πότε δυσάρεστα. Κάποια μέρα η κυρά-Θάλεια αρρώστησε βαριά. Κάλεσε δίπλα της τα κορίτσια της , έβαλε τα χέρια της στα κεφαλάκια τους και τους έδωσε την ευχή της.
Φυσούσε δυνατός βοριάς όταν άφησε τον τελευταίο της στεναγμό. Μαζί με τον αέρα πέταξε ψηλά στον Ουρανό και πήγε να κοιμηθεί ήρεμα και ήσυχα στον παράδεισο.
Από τότε οι δύο αδελφούλες, η Καλλιόπη και η Αρετή ζούσαν μόνες στο σπιτάκι. Είχαν γίνει πια κοπέλες της παντρειάς. Η ευχή της μητέρας τους και τα δαχτυλίδια του πρίγκιπα έκαναν το θαύμα τους.
Γιατί; Διότι ο πρίγκιπας της γαλάζιας πολιτείας βγήκε για κυνήγι στο δάσος, θυμήθηκε τις δύο καλές και όμορφες αδελφούλες, τους κτύπησε την πόρτα, μα αυτή τη φορά ήταν λαμπροστολισμένος στη φανταχτερή στολή του, και είχε μαζί του δύο πανέμορφα παλικάρια. Ήταν αξιωματικοί του στρατού του.
Μόλις οι αξιωματικοί είδαν τις αδελφούλες θαμπώθηκαν από την ομορφιά τους και αμέσως ζήτησαν να τις παντρευτούν. Τα δυο κορίτσια πέταξαν από τη χαρά τους. Ποιος τη χάρη τους!
Η ευχή της μητέρας της ακολουθούσε σε όλη τους τη ζωή που ήταν γεμάτη αγάπη και ευτυχία.
Έτσι είναι καλά μου παιδιά.
Η καλοσύνη και οι αρετές πάντα αμείβονται από τον καλό μας Δημιουργό Θεό.
Και έζησαν όλοι καλά, μα εμείς, όπως πάντα, ζούμε καλύτερα.



Η ευχή της μάνας  (λέρικο παραμύθι)

Μια φορά κι έναν καιρό, στα παλιά τα χρόνια, ζούσε μια γυναίκα που είχε τέσσερα παιδιά, τρεις κόρες και έναν γιο. Ο πατέρας τους πέθανε, όταν  αυτά ήταν πολύ μικρά και η μάνα τους για να τα ζήσει δούλευε σε διάφορες δουλειές, γιατί ήταν πολύ φτωχιά.
Μεγάλωσε και τα τέσσερα παιδιά και τα πάντρεψε αλλά όλα έμεναν μακριά. Από την κούραση και από την ταλαιπωρία αρρώστησε και δεν μπορούσε πια να δουλέψει. Και έπεσε στο κρεβάτι πολύ βαριά. Οι γείτονες δεν την έβλεπαν να πηγαίνει στην ξένη δουλειά και ανησύχησαν. Πήγε το πρωί μία γειτόνισσα για να δει τι είχε και δεν πήγε στη δουλειά και την βρήκε στο κρεβάτι πολύ άρρωστη.
—Έλα γειτόνισσα, να πας να φωνάξεις την πρώτη μου κόρη να έρθει, που την χρειάζομαι.
Πάει τότε η γειτόνισσα στην πρώτη κόρη και τις λέει να πάει στην μάνα της που είναι πολύ άρρωστη. Εκείνη δεν δέχτηκε να πάει γιατί έπλενε και είχε τα ρούχα μέσα στη σκάφη.
—  Δεν μπορώ να πάω να την δω γιατί πλένω.
Όταν πήγε η γειτόνισσα και της είπε ότι, η κόρη σου δεν μπορεί να έρθει γιατί έχει τα ρούχα μέσα στην σκάφη και πλένει, η άρρωστη μάνα αναστέναξε, δάκρυσε και της είπε: 
—  Σου εύχομαι, κόρη μου, η σκάφη να γίνει το σπίτι σου και να το σέρνεις όπου πας στα όρη και στα βουνά, όλη σου τη ζωή.   Από τότε η κόρη της έγινε χελώνα.
Τότε, έστειλε την γειτόνισσα στην δεύτερη κόρη. Και αυτή όμως βρήκε δικαιολογία ότι ύφαινε.
—  Δεν μπορώ να έρθω γιατί έχω στον αργαλειό το νήμα.  
Τότε πάλι η μάνα δάκρυσε και την καταράστηκε.   
—  Άντε κόρη μου, να υφαίνεις μέρα νύχτα και σταματημό να μην έχεις. Να σου χαλάνε οι άνθρωποι τα υφαντά και να σε κυνηγούν παντού.  
Κι από τότε έγινε η αράχνη. Μετά την έστειλε στον γιο της, μα κι εκείνος αρνήθηκε.  
—  Πες της μάνας μου ότι, δεν μπορώ να έρθω γιατί βάζω στους τοίχους αστυβές* για να μην μου τους χαλούν. 
Τότε η μάνα αναστέναξε πάλι και του είπε:   
—Να έχεις την κατάρα μου και οι αστυβές να γίνουν αγκάθια στο σώμα σου και να γυρίζεις σαν την άδικη κατάρα.   Από τότε έγινε ο σκαντζόχοιρος.
 Τότε θυμήθηκε την μικρή της κόρη και η γειτόνισσα πήγε και σ’ αυτή. Όταν είδε την γειτόνισσα να πηγαίνει στο σπίτι της τόσο πρωί, απόρησε. 
—  Καλώς την, της είπε. Πώς είναι και ήρθες τέτοια ώρα;
Η  γειτόνισσα της είπε ότι την γύρευε η μάνα της, που είναι πολύ άρρωστη. Η κόρη της εκείνη τη στιγμή ζύμωνε  και είχε το ζυμάρι μέσα στην σκάφη. Παράτησε όμως το ζύμωμα κι όπως ήταν με   τη ζύμη στα χέρια έτρεξε στην μάνα της. Ούτε που ήθελε να πλυθεί, για πιο γρήγορα. Όταν την είδε η μάνα της, της λέει.
—  Γιατί κόρη μου είναι τα χέρια σου με τις ζύμες; 
—  Ζύμωνα μάνα και έτρεξα να δω τι έχεις. 
Τότε η μάνα της την αγκάλιασε, τη φίλησε και της λέει. 
—  Να έχεις την ευχή μου κόρη μου! Να πετάς από λουλούδι σε λουλούδι, να μαζεύεις το μέλι από τα λουλούδια, να φέρνεις την γλυκασιά. Να είσαι χρήσιμη στον κόσμο. Το ζυμάρι που είναι στα χέρια σου να γίνεται κερί, για τις εκκλησίες. Χωρίς εσένα και το κερί σου να μην μπορεί να λειτουργήσει ο παπάς.  
Έτσι έγινε η μέλισσα.