Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

Άγιος Γεώργιος, ο Τροπαιοφόρος


Άγιος Γεώργιος, ο Τροπαιοφόρος

             Η μνήμη του τιμάται στις 23 Απριλίου 
          και είναι πολύ αγαπητός Άγιος.
3 αναρτήσεις για τον Άγιο Γεώργιο με πολλές πληροφορίες και κατασκευές:

Η ζωή  του Αγίου Γεωργίου
Ο Άγιος Γεώργιος γεννήθηκε στην Καππαδοκία, ανάμεσα στο 275 και στο 285 και θανατώθηκε το 296 ή το 303 μ.Χ. Οι γονείς του Αγίου Γεωργίου ήταν χριστιανοί, ο πατέρας του είχε ελληνική καταγωγή και ήταν από την Καππαδοκία και η μητέρα του ήταν από την Παλαιστίνη. Όταν ήταν 10 ετών πέθανε ο πατέρας του και η μητέρα του τον πήρε στην περιοχή Λύδδα της Παλαιστίνης όπου τον μεγάλωσε και τον μόρφωσε. Στην ηλικία των 18 ετών, κατατάχτηκε στον ρωμαϊκό στρατό στη Νικομήδεια. Διακρίθηκε σε πολύ μικρή ηλικία ο Άγιος Γεώργιος και πήρε τον βαθμό του χιλίαρχου. Αργότερα ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός τον έκανε διοικητή με τον τίτλο του κόμη. Ο Άγιος Γεώργιος ονομάζεται τροπαιοφόρος για την ανδρεία του και για τον ηρωϊσμό του στις μάχες. Ο Διοκλητιανός, αφού αντιμετώπισε τις εξωτερικές απειλές στράφηκε στην αναδιοργάνωση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Αποφάσισε ότι οι υπήκοοί του θα πρέπει να τον λατρεύουν ως θεό και ξεκίνησε διωγμούς κατά των Χριστιανών. Έκλεισε τους χριστιανικούς ναούς, εξόρισε ή βασάνισε και οδήγησε στο μαρτύριο Χριστιανούς που δεν πρόδιδαν την πίστη τους, απομάκρυνε από τον στρατό και τις υπηρεσίες τους Χριστιανούς.
Περισσότερα μπορείετενα δείτε πατώντας 


Διαβάσαμε την ιστορία του Αγίου Γεωργίου, που σκότωσε το δράκο και γλύτωσε τη βασιλοπούλα.
Στη συνέχεια, φτιάξαμε όλοι μαζί ένα δράκο με τις παλάμες μας.

Περισσότερα μπορείτε να δείτε




Ο Άγιος Γεώργιος, η βασιλοπούλα και ο δράκος

                                Αφού διαβάσαμε την ιστορία τη ζωγραφίσαμε


Περισσότερα μπορείτε να δείτε:

Ο Άγιος Γεώργιος, η βασιλοπούλα και ο δράκος


Η εικονογράφηση του μύθου σε καινούρια έκδοση:

Του Άη Γιωργιού (από τον Αλκίνοο Ιωαννίδη)


Στίχοι του τραγουδιού:
Άϊ μου Γιώργη, αφέντη μου και ψαροκαβαλλάρη,
αρματωμένε με σπαθί και με χρυσό κοντάρι·
άγγελος είσαι στη θωριά κι άγιος στη θεότη·
παρακαλώ βοήθα με, άγιε στρατιώτη,
να λυτρωθώ απ’ το θεριό και Δράκοντα μεγάλο,
’π’ ά δε ντού ’πηαίναν άθρωπο κάθε πρωΐ και άλλο,
σταλιά νερό δεν ήφηνε να κατεβή στη Χώρα,
σα δε ντού ’πηαίναν άθρωπο πάντα την ίδιαν ώρα!
Τα μπουλλεθιά ερρίχνανε κι ότινος θέλ’ ας πέση,
ήπεμπε το παιδάκι ντου τού Δράκοντα πεσκέσι.
Τα μπουλλεθιά επέσανε κι εις τη βασιλοπούλλα,
απού την είχ’ η μάνα τζη μοναχορηγοπούλλα.
Κι ο βασιλιάς ως τ’ άκουσε, τούτο το λόγον είπε:
– «Το βιός μου όλο πάρετε και το παιδί μου αφήτε».
Εκεί σπαθιά συρθήκανε, μαχαίρι’ ακονισμένα:
– «Γή δώσ’ μας το παιδάκι σου, γή παίρνομε κι εσένα».
– «Στολίστε το παιδάκι μου και κάμετέ το νύφη
κι αμέτε το στο Δράκοντα, πεσκέσι να δειπνήση».
Πιάνουν και τη στολίζουνε ’πο το ταχύ ως το βράδυ
με δαχτυλίδια ολόχρυσα κι όλο μαργαριτάρι·
και παίρνου ντην οι βάγιες τση να πά’ να σεργιανίση
και πάνε και τη δένουνε στού Δράκοντα τη βρύση·
στα μάρμαρα τού πηγαϊδιού ρίξα ν-την αλυσίδα
κι εκειά την κατεβάσανε, άμοιρη κορασίδα!
Κι ο Άι-Γιώργης τό ’μαθε και τρέχει να τη σώση
κι από το άγριο θεριό να τήνε ’λετευρώση·
καβαλλικεύγει τ’ άλογο και το αντιποδίζει,
στο μάγουλο τού πηγαϊδιού πηγαίνει και καθίζει.
– «Μην το φοβάσαι το θεριό κι εγώ δα το ’ποθάνω,
άφησε ν’ αποκοιμηθώ στα γόνατά σου απάνω·
σίμωσε, κορασίδα μου, κοντά να με ψειρίσης
κι όντεν ακούσης το θεριό να μ’ αλαφροξυπνήσης».
Στα γόνατά τζη ακούμπησε, για νά τονε ψειρίση
κ’ ετρέχανε τα μάθια τζη σα θολωμένη βρύση·
σε λίγην ώραν ήκουσε μιαν ταραχή μεγάλη
κι ήτον ο Δράκος κι ήβγαινε μέσ’ από το πηγάϊ.
– «Ξύπνησ’ αφέντη, ξύπνησε και μη βαροκοιμάσαι
να το σκοτώσης το θεριό, που λες πως δε φοβάσαι·
σήκω, σήκω αφέντη μου και το νερό αφρίζει
κι ο Δράκοντας τ’ αντόδια ντου για μένα τ’ ακονίζει!»
Ο Άϊ-Γιώργης ’ξύπνησε σα μ-παραλοϊσμένος
και τ’ άρματά ντου ήρπαξε, ως ήτο μαθημένος·
γυρίζει στ’ ανατολικά και κάνει το σταυρό ντου
και το κοντάρι ’σήκωσε και μπήγει στο λαιμό ντου·
μια κονταριά τού έδωκε, την τρώει μές το στόμα
κι αμέσως τον εξάπλωσε χάμαι στσή γής το χώμα.
Με μια μπαμπακερή κλωστή πιστάγκωνα το δένει
τσή κορασίδας τό ’δωκε, μέσα στη Χώρα μπαίνει.
– «Νά, βασιλιά, το τέκνο σου· ορίστε το παιδί σου
κι απού τα φύλλα τσή καρδιάς δώσε του την ευκή σου».
– «Να ζήσης, καβαλλάρη μου· πώς λένε τ’ όνομά σου,
ένα μεγάλο χάρισμα να κάμω τσ’ αφεδιάς σου;»
– «Γιώργης στρατιώτης λέγομαι, απ’ την Καππαδοκία·
σα θες να κάμης τάξιμο, χτίσε μιαν εκκλησία
και βάλε και ζωγράφισε Χριστό και Παναγία·
στη δεξιά Ντου τη μ-πλευρά βάλ’ ένα γ-καβαλλάρη,
αρματωμένο με σπαθί και με χρυσό κοντάρι».
Άγιε μου Γιώργη Αφέντη μου (Παραδοσιακό της Καππαδοκίας) - Βαγγέλης Δρούζας

Η ιστορία για παιδιά: